Περιφέρεια:

Περιφερειακή Ενότητα:

Δήμος:

Θέση:

Τι αφορά:

Θέμα:

Κωδικός:

Φωτογραφίες:

ΑΤΤΙΚΗΣ

ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΘΗΝΩΝ

ΒΥΡΩΝΟΣ

ΒΥΡΩΝΑΣ

ΟΙΚΙΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

1089

ΓΚΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣ

Ο Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 08/02/1913.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, αρχικά στην προσφυγική περιοχή του Βύρωνα.

Τελείωσε το Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών με βαθμό απολυτηρίου «ακέραιο άριστα», όπως ο ίδιος τόνιζε συνήθως.

Σπούδασε, ενώ εργαζόταν, νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα φιλοσοφίας, ιστορίας και κοινωνιολογίας.

Το 1939 αναγορεύτηκε διδάκτωρ. Η διατριβή του, που είχε ως θέμα την «έννοια του δικαιώματος», βαθμολογήθηκε με «άριστα» παμψηφεί και, όπως ανέφερε η αρμόδια κριτική επιτροπή στην εισηγητική έκθεσή της, αποδείκνυε «την παρά τω συγγραφεί υπάρχουσαν εξαιρετικήν ιδιοφυΐαν».

Ως νέος, ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και ιδίως με το βόλεϊ, παίζοντας στον Βύρωνα, αλλά και στην εθνική ομάδα.

Στα φοιτητικά του χρόνια γνωρίστηκε και συνδέθηκε έκτοτε με στενή φιλία με τους λεγόμενους «νεοκαντιανούς» καθηγητές Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλο.

Η έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον βρήκε έφεδρο αξιωματικό στη Σύρο, απ΄ όπου στάλθηκε στο μέτωπο.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο κύκλος συζητήσεων που συμμετείχε ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ, που βρισκόταν υπό την πολιτική καθοδήγηση του Π. Κανελλόπουλου.

Ωστόσο, ο Δεσποτόπουλος, όπως και ο δίδυμος αδελφός του Αλέξανδρος, δεν ακολούθησαν τα υπόλοιπα μέλη σε αυτήν την επιλογή. Σε όλη τη διάρκεια των κατοχικών χρόνων βρισκόταν σε επαφή και «συμβουλευτική συνεργασία» με διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, χωρίς όμως να ενταχθεί σε καμία.

Δημοσίευσε άρθρα εμψυχωτικού και πολιτικού χαρακτήρα στον παράνομο αντιστασιακό τύπο, ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας θέσεων γύρω από τις μεταπολεμικές διπλωματικές και εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας.

Ένα από τα έντυπα που συνεργάστηκε ήταν τα «Ελληνικά Νειάτα», όργανο της «Ιερής Ταξιαρχίας», που ήταν ουσιαστικά η σπουδαστική οργάνωση της ΠΕΑΝ. Την περίοδο εκείνη γνωρίστηκε με πολιτικούς όπως οι Γεώργιος Καρτάλης και Κ. Μητσοτάκης, διπλωμάτες όπως ο Δημήτριος Μπίτσιος και καλλιτέχνες όπως οι Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Τσαρούχης και Μάνος Χατζιδάκις.

Το 1945 ανέλαβε, με την παρότρυνση του στενού φίλου του Καρτάλη, την προεδρία του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων, θέση από την οποία εργάστηκε για την προώθηση της υπόθεσης της ένταξης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα.

Εξελέγη υφηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η συμμετοχή του στον Ελληνοσοβιετικό τού κόστισε την απόλυση από τη θέση του και τη δίωξη.

Τον Ιούλιο του 1947 εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο και συνελήφθη μαζί με χιλιάδες άλλους, με εντολή του Υπουργού Δημόσιας Τάξης Ναπολέοντα Ζέρβα, μεταφέρθηκε στην Ψυττάλεια και κατόπιν εκτοπίστηκε στην Ικαρία. Λίγο αργότερα επανήλθε στην Αθήνα με απόφαση της Κυβέρνησης Σοφούλη.

Τον Σεπτέμβριο κλήθηκε να υπηρετήσει στον στρατό ως έφεδρος αξιωματικός και τον Νοέμβριο μετατέθηκε από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο στρατόπεδο της Μακρονήσου.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του, από τα τέλη Μαρτίου του 1948 άρχισαν οι διώξεις και τα βασανιστήρια, με αποτέλεσμα η ζωή του πολλές φορές να τεθεί σε κίνδυνο.

Αργότερα, αρνούμενος πεισματικά και σθεναρά να υπογράψει «δήλωση», αντέτεινε στους βασανιστές του: «Έχω καθήκον να περισώσω την τιμήν της ελληνικής φιλοσοφίας».

Το καλοκαίρι του 1948, συμπεριελήφθη από τους δεσμοφύλακές του στην ομάδα των λιγοστών «αμετανόητων».

Παρέμεινε έγκλειστος στο στρατόπεδο της Μακρονήσου, μέχρι το 1950.

Μετά την απελευθέρωσή του, ο Δεσποτόπουλος δεν κατόρθωσε να επανέλθη στο πανεπιστήμιο. Ασχολήθηκε με τη δικηγορία, από ανάγκη βιοπορισμού, χωρίς να παραμελεί με τις φιλοσοφικές έρευνές του.

Συμμετείχε σε επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και δίδαξε σε ιδιωτικές σχολές και σεμιναριακούς, επιμορφωτικούς κύκλους συλλόγων.

Την περίοδο της δικτατορίας των Απριλιανών, αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία. Τις πρώτες μέρες, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, κρύφτηκε στο σπίτι του τότε σύγαμπρού του Φ. Γκιζίκη.

Ευρισκόμενος στο Παρίσι, απασχολήθηκε αρχικά ως συνεργάτης του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (Centre national de la recherche scientifique —CNRS). Στη συνέχεια. ο Δεσποτόπουλος δίδαξε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο Νανσύ ΙΙ (Université Nancy ΙΙ).

Έπειτα από τη Μεταπολίτευση εκλέχτηκε καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διατελώντας μάλιστα πρύτανης του ιδρύματος την περίοδο 1978-1979.

Το 1989 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου παιδείας στην κυβέρνηση Γρίβα και το 1990 στην κυβέρνηση Ζολώτα.

Στο δημοψήφισμα του 2015 τάχθηκε υπέρ του ''Ναι''.

Διέμενε μόνιμα στην Αθήνα. Απεβίωσε στις 07/02/2016, μια ημέρα πριν κλείσει την ηλικία των 103 ετών.

Ο Δεσποτόπουλος έχει τιμηθεί πολλές φορές, μεταξύ άλλων και από τους Προέδρους της Δημοκρατίας της Ελλάδας, Γαλλίας και Ιταλίας.

Το 1984 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας το 1993 ανέλαβε πρόεδρος.

Επίσης, ήταν επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας και μέλος διαφόρων ξένων ακαδημιών.

Διετέλεσε πρόεδρος της Στέγης Παναγιώτη Κανελλόπουλου και πρόεδρος και επίτιμος πρόεδρος της Εταιρίας Φίλων Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

Το 1990 προτάθηκε από τον Ενιαίο Συνασπισμό (όπου μετείχε και το ΚΚΕ) κατά την τέταρτη και πέμπτη ψηφοφορία για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Έλαβε 21 ψήφους κατά την διαδικασία της ψηφοφορίας στην Βουλή, ερχόμενος πίσω από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή (πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που τελικά εξελέγη) και Ιωάννη Αλευρά (πρόταση του ΠΑΣΟΚ).

Ο Κωνσταντίνιος Δεσποτόπουλος συνέγραψε πάνω από 30 βιβλία σχετικά με φιλοσοφικά, πολιτικά και ιστορικά θέματα. Σε αυτά αναδείκνυε τα μεγάλα ηθικά προβλήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα, το ζήτημα της ελευθερίας και της συνεπούς βίωσής της σε προσωπικό επίπεδο.

Τον Μάρτιο του 2016, λίγο μετά τον θάνατό του, το Πάντειο Πανεπιστήμιο αποφάσισε να δώσει το όνομά του σε μία αίθουσα προς τιμήν του.

press to zoom
press to zoom